Διαβάτη, δεν υπάρχει μονοπάτι, το μονοπάτι το φτιάχνεις μόνος σου... Σημειώσεις για το ζήτημα της Ηλεκτρικής Ενέργειας σε σχέση με το πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης σε σοσιαλιστική κατεύθυνση - Ο Άλλος Δρόμος | Χωρίς ΕΕ, Ευρώ, Χρέος και Μνημόνια

Σημειώσεις για το ζήτημα της Ηλεκτρικής Ενέργειας σε σχέση με το πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης σε σοσιαλιστική κατεύθυνση

του Τάσου Βασιλειάδη

 

1.     Εισαγωγή

Τις ώρες που ολοκληρώνονταν η παρούσα εισήγηση μια άλλη κυβέρνηση, αυτή της Βουλγαρίας, έπεφτε εξαιτίας του παλλαϊκού ξεσηκωμού που προκάλεσε η απόπειρά της να αυξήσει δραματικά τη τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος. Κάνουμε αυτή την επισήμανση για να δείξουμε ότι η ηλεκτρική ενέργεια αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αγαθά της σύγχρονης ζωής, η στέρηση της οποίας είναι ικανή να αποτελέσει αφορμή πολιτικών κρίσεων τέτοιου μεγέθους. Την ίδια στιγμή είναι σε εξέλιξη στη χώρα μας η προσπάθεια ιδιωτικοποίησης και ξεπουλήματος μιας εκ των πιο στρατηγικών επιχειρήσεων και ταυτόχρονα πλούτου που χτίστηκε στις πλάτες του ελληνικού λαού, αυτή της ΔΕΗ, με ανυπολόγιστες αρνητικές συνέπειες για το συμφέρον των πληττόμενων εργατικών και λαϊκών κοινωνικών μερίδων.

Η παρούσα εισήγηση αποτελεί μια πρώτη προσπάθεια απάντησης στο ζήτημα της Ηλεκτρικής Ενέργειας σε αναφορά με το πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Συντάχθηκε λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των επεξεργασιών που έχουν προκύψει ως κριτική τα τελευταία χρόνια απέναντι στο θέμα της απελευθέρωσης της ηλεκτρικής ενέργειας και της τύχης της ΔΕΗ σε αυτό το νέο πλαίσιο. Μεγάλο μέρος της δουλειάς αυτής βασίστηκε σε επεξεργασίες του σχήματος της Αριστερής Ενωτικής Πρωτοβουλίας – Εργαζόμενοι Μηχανικοί (ΑΕΠ-ΕΜ), σε συζητήσεις του Πυρήνα Τεχνικών Αθήνας της Αριστερής Ανασύνθεσης καθώς και σχετική αρθρογραφία συντρόφων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Όμως έγινε προσπάθεια τα συμπεράσματα που έχουν εξαχθεί να πάνε πέρα από τις γενικές διακηρύξεις στρατηγικού χαρακτήρα ή τα άμεσα, αμυντικά εν πολλοίς, αιτήματα και να τεθούν υπό το πλαίσιο του προγράμματος της παραγωγικής ανασυγκρότησης σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Άρα το παρόν αξίζει να διαβαστεί σε συνδυασμό με την υπόλοιπη παραγωγή κειμένων του «Άλλος δρόμος» για να γίνουν κατανοητές και οι ευρύτερες πολιτικές προϋποθέσεις του προγράμματος αυτού.

 

Δηλώνουμε ότι το παρόν είναι μια πρώτη προσέγγιση που σίγουρα επιδέχεται κριτικής ή συμπλήρωσης, κατά συνέπεια κάθε συνεισφορά είναι καλοδεχούμενη. Επίσης, είναι βέβαιο ότι προσπαθώντας κανείς να διατυπώσει προγραμματικές θέσεις για το θέμα αυτό, προσκρούει σε συνολικότερα αντικείμενα που αφορούν τη πρότασή μας που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν αυτοτελώς ως τέτοια. Τέλος, στο παρόν δεν καταπιανόμαστε εν γένει με το ζήτημα  «ενέργεια» αλλά μόνο με το ζήτημα της ηλεκτρικής ενέργειας. Για το θέμα των υδρογονανθράκων, των αναγκών σε θέρμανση, κίνηση κλπ θα επανέλθουμε με χωριστή επεξεργασία.

 

2.     Ηλεκτρική ενέργεια: κοινωνικό αγαθό ή εμπόρευμα;

Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα δεν μπορεί να δοθεί πέρα και έξω από το πλαίσιο στο οποίο συζητάμε. Η ηλεκτρική ενέργεια, όντως αποτελεί στο σύγχρονο καπιταλισμό ταυτόχρονα ένα σημαντικό μέρος του σταθερού κεφαλαίου που επενδύεται από τους καπιταλιστές ως πρώτη ύλη προκειμένου να θέσει σε κίνηση τα μέσα παραγωγής, ενώ ως εμπόρευμα προς διάθεση στις μάζες, αποτελεί και ένα σημαντικό μέσο για την αναπαραγωγή της ίδιας της εργατικής δύναμης, από τα πλέον αναγκαία, στα πρότυπα του σύγχρονου πολιτιστικού προτύπου. Και στις δύο περιπτώσεις η ηλεκτρική ενέργεια αποτελεί η ίδια ένα καπιταλιστικό εμπόρευμα που παράγεται και κυκλοφορεί.

Ωστόσο στο σύγχρονο καπιταλισμό η ηλεκτρική ενέργεια δεν είναι ένα οποιοδήποτε εμπόρευμα. Και αυτό  διότι μεταξύ των διαθέσιμων ενεργειακών εμπορευμάτων δηλαδή των πρώτων υλών που οι καπιταλιστές έχουν στη διάθεσή τους προκειμένου να θέσουν σε κίνηση τη παραγωγή τους, αποτελεί, στη πλειονότητα των περιπτώσεων, την λύση με το χαμηλότερο κόστος, τη μέγιστη ευελιξία, την μέγιστη ευκολία μεταφοράς από το χώρο παραγωγής της στο χώρο κατανάλωσής της, δεν απαιτεί υποδομές αποθήκευσης κατανεμημένες στους χώρους κατανάλωσης, ενώ οι τεχνολογίες αξιοποίησής της συνάδουν με την ανάπτυξη μεθόδων αυτοματοποίησης της παραγωγής μέσω των ηλεκτρονικών.

Επίσης οι επενδύσεις σε υποδομές (μέσα παραγωγής) που πραγματοποιούνται για να παραχθεί ηλεκτρική ενέργεια δεν είναι οποιεσδήποτε επενδύσεις στο σύγχρονο καπιταλισμό. Ο βασικός λόγος που υπογραμμίζεται αυτό, είναι το γεγονός ότι η απρόσκοπτη διάθεσή φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας στη παραγωγή αποτελεί στρατηγικό ζήτημα για την εκάστοτε αστική τάξη. Άρα προκύπτει αβίαστα ο πολύ ενεργός ο ρόλος του κράτους όχι απλά περιοριζόμενο στο να ρυθμίζει μια αγορά, αλλά να εγγυάται τα ανωτέρω δηλαδή την απρόσκοπτη και σε χαμηλή τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας. Άλλωστε οι πρώτες ύλες (πχ πετρέλαιο, φυσικό αέριο, γαιάνθρακες)  ή οι άλλες μη εμπορεύσιμες διαθέσιμες μορφές ενέργειας (ανανεώσιμες) από τις οποίες παράγεται η ηλεκτρική ενέργεια είναι αντικειμενικά, είτε τμήματα του δημόσιου πλούτου (ορυκτός πλούτος, υδάτινο / αιολικό / ηλιακό / γεωθερμικό δυναμικό), είτε εισαγόμενα αγαθά που λόγω της σημασίας τους διατίθενται ως επί το πλείστον δια μέσου διακρατικών συμφωνιών.

Επίσης, η παραγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας και η μεταφορά της από τις μονάδες παραγωγής στις πόλεις και τις βιομηχανικές περιοχές και τέλος η διανομή της στους καταναλωτές προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ηλεκτρικού συστήματος, δηλαδή μιας περίπλοκης και δαπανηρής υποδομής, γεωγραφικά κατανεμημένης σε εθνική κλίμακα, η οποία αναπτύσσεται και εκσυγχρονίζεται με όρους στρατηγικού σχεδιασμού σε βάθος χρόνου (τουλάχιστον 20ετίας). Ακόμα, προκειμένου να εξασφαλίζεται η λειτουργία και η ανάπτυξη του ηλεκτρικού συστήματος, προϋποτίθενται πιστώσεις και σημαντικά κεφάλαια διατιθέμεθα προς μακροχρόνια επένδυση. Τέλος το ηλεκτρικό σύστημα ως υποδομή στην ολότητά του αποτελεί και ένα ιδιάζον τεχνικό πρόβλημα το οποίο οφείλει να αναπτύσσεται και να εποπτεύεται με όρους κεντρικού σχεδιασμού ώστε αυτό να μπορεί να λειτουργεί με όρους που θα εξασφαλίζουν την ευστάθειά του, άρα την απρόσκοπτη παραγωγή και διάθεση της ηλεκτρικής ενέργειας.

Για όλους τους ανωτέρω λόγους, από την γένεση της δυνατότητας παραγωγής και διάθεσης της ηλεκτρικής ενέργειας σε εθνική κλίμακα έγινε στον συλλογικό καπιταλιστή σχεδόν άμεσα κατανοητό ότι παρά το γεγονός ότι η παραγωγή και διάθεσή της ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να αποτελεί σημαντικό πεδίο καπιταλιστικής αξιοποίησης, είναι προτιμότερο αυτή να παρέχεται από ενιαίες δημόσιες επιχειρήσεις ηλεκτρισμού, παρά από διάσπαρτους ιδιώτες επενδυτές. Αυτή η επιλογή υλοποιήθηκε σχεδόν σε παγκόσμια κλίμακα  μετά το πέρας του β’ παγκοσμίου πολέμου, όταν η ανάγκη εξηλεκτρισμού ολόκληρης της εδαφικής επικράτειας των κρατών, της παραγωγής επαρκούς ηλεκτρικής ενέργειας με τυποποιημένες τεχνικές προδιαγραφές και της απρόσκοπτης διάθεσής της σε χαμηλό κόστος, οδήγησε στην εθνικοποίηση όλων των ανεξάρτητων ιδιωτικών μονάδων παραγωγής που υπήρχαν πριν και κατά τη διάρκεια του παγκοσμίου πολέμου, και οι οποίες προϋπήρχαν παρέχοντας ηλεκτρική ενέργεια σε τοπικό επίπεδο με εντελώς διαφορετικές τεχνικές προδιαγραφές σε κάθε περίπτωση (αλλού συνεχές, αλλού εναλλασσόμενο ρεύμα, διαφορετική τάση / συχνότητα κλπ) και την εγκαινίαση ενός στρατηγικού σχεδιασμού εξηλεκτρισμού της επικράτειας.

Σε παγκόσμια κλίμακα και με πρωτοπόρες τις χώρες της ΕΕ, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στα πλαίσια του αναδυόμενου νεοφιλελεύθερου προτάγματος, κρίθηκε σε πολλές χώρες ότι έχοντας πλέον αναπτύξει σε επάρκεια τις υποδομές του ηλεκτρικού συστήματος, η ύπαρξη ενιαίων και δημόσιων επιχειρήσεων ηλεκτρισμού δεν ήταν πλέον αναγκαία και έτσι προέκυψε το δόγμα της απελευθέρωσης της ηλεκτρικής ενέργειας με στόχο να δοθεί σε ιδιώτες για κερδοσκοπία. Η παραγωγή, ολόκληρη ή μέρος της, θα μπορούσε να περάσει στον ιδιωτικό τομέα, η μεταφορά και η διανομή το ίδιο. Θεωρήθηκε ότι ένα σαφές θεσμικό πλαίσιο που θα ορίζει ρόλους, δικαιώματα και υποχρεώσεις σε όλους τους συμμετέχοντες και η ύπαρξη μιας εποπτευόμενης αρχής, η οποία θα εξασφαλίζει την τήρησή τους, θα μπορούσε να επιτρέψει τον τεμαχισμό, την ιδιωτικοποίηση και την απρόσκοπτη λειτουργία του συστήματος κάτω από ιδιωτικά χέρια προκειμένου να πραγματωθεί σε κλίμακα ένα ακόμα πολύ επικερδές πεδίο καπιταλιστικής αξιοποίησης. Ωστόσο ήδη, τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τη παγκόσμια εμπειρία δείχνουν ότι η εμπορευματοποίηση της ηλεκτρικής ενέργειας στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων οδήγησε σε αύξηση των τιμών, σημαντική μείωσης της αξιοπιστίας λειτουργίας των ηλεκτρικών συστημάτων, αναποτελεσματικό επίπεδο επενδύσεων τόσο στην παραγωγή όσο και στη μεταφορά και διανομή ηλεκτρικής ενέργειας.

Στη κατεύθυνση της απελευθέρωσης συνέβαλαν μια σειρά από επιπλέον παράγοντες. Πρώτον, η διακρατική συμφωνία για τους ρύπους (Σύμφωνο του Κιότο), της οποίας κύριο ζητούμενο είναι η ρήτρα για ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και η ραγδαία διάθεση ιδιωτικών κεφαλαίων στην ανάπτυξη μονάδων ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ. Δεύτερον, η πραγματοποίηση διακρατικών διασυνδεδεμένων συστημάτων συναλλαγής ηλεκτρικής ενέργειας πίεσε με τη σειρά της χώρες να υιοθετήσουν θεσμικά πλαίσια για την απελευθέρωση της ηλεκτρικής ενέργειας (το θεσμικό πλαίσιο απελευθέρωσης της ενέργειας έχουν συμφωνήσει περισσότερες χώρες από τις 27 της ΕΕ). Τρίτον, η δυνατότητα και η επιμονή όλων των ανωτέρω ιδιωτικών κεφαλαίων να καθορίζουν τις αποφάσεις της ΕΕ, η οποία σήμερα έχει ένα από τα πιο αποκρουστικά θεσμικά πλαίσια οδηγιών και κανόνων για το ξεπούλημα της ηλεκτρικής ενέργειας. Ξεπούλημα σε συγκεκριμένα καρτέλ προκειμένου οι χώρες του Ευρωπαϊκού βορά να εξασφαλίζουν φθηνή ενέργεια για τον εαυτό τους, εκμεταλλευόμενες τα φθηνά κοιτάσματα γαιάνθρακα και λιγνίτη που διαθέτουν αφενός, αφετέρου για να καλύψουν τα θεσμοθετημένα από το πρωτόκολλο του Κιότο επίπεδα ρύπων για τις χώρες τους, αφού ως ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ θα λογίζονται και το σύνολο των επενδύσεών τους στον Ευρωπαϊκό νότο. Οι χώρες βέβαια του Ευρωπαϊκού νότου θα είναι υποχρεωμένες να πωλούν στους υπηκόους τους πολύ ακριβότερα την ηλεκτρική ενέργεια μιας και η παραγωγή από ΑΠΕ κοστολογείται ακριβότερα από τα ορυκτά καύσιμα άνθρακα – λιγνίτη κλπ για να έχει νόημα η ιδιωτική επένδυση σε αυτές, καθώς και να αγοράζουν τον πανάκριβο εξοπλισμού για την υποδομή της ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ (φωτοβολταϊκά πάνελ, ανεμογεννήτριες, μετασχηματιστές, διακοπτικό υλικό κλπ) από τις χώρες του Ευρωπαϊκού βορά.

Κατ’ αντιστοιχία των διεθνών εξελίξεων, η υπόθεση της ΔΕΗ στη χώρα μας είναι απολύτως συνυφασμένη με τις προτεραιότητες του ελληνικού κεφαλαίου αλλά και τις εξελίξεις στην ηλεκτροπαραγωγή διεθνώς ειδικά μετά την ένταξή μας στην ΕΕ. Η ΔΕΗ, από το έτος ίδρυσής της το 1950, αποτέλεσε μια ενιαία επιχείρηση στην οποία ανατέθηκε εξαρχής το σύνολο της παραγωγής, της μεταφοράς και της διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας. Οι επενδύσεις που έγιναν είναι κολοσσιαίες και προφανώς είναι επενδύσεις που χτίστηκαν με το υστέρημα του ελληνικού λαού. Οι μεγάλες μονάδες παραγωγής πλησίον των λιγνιτικών πεδίων η εκμετάλλευση του υδάτινου δυναμικού των μεγάλων ποταμών (σε Ήπειρο, Δυτική, Κεντρική Ελλάδα και Πελοπόννησο), το σύστημα μεταφοράς, ο εξηλεκτρισμός των νησιών, το σύστημα διανομής που σήμερα καλύπτει το σύνολο της επικράτειας ήταν ένα έργο πνοής για τον ελληνικό καπιταλισμό. Η διάθεση ηλεκτρικής ενέργειας προς τους καπιταλιστές σε χαμηλό κόστος βασισμένη σε ένα φθηνό καύσιμο διατιθέμενο σε επαρκείς ποσότητες όπως ο λιγνίτης ήταν και συνεχίζει να αποτελεί βασική παράμετρο ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού.  Η δε διάθεση του ρεύματος σε χαμηλή τιμή και στην μαζική λαϊκή κατανάλωση ήταν και αποτέλεσμα των ταξικών αγώνων τις τότε περιόδου που ως σήμερα αποτελούν βασική παρακαταθήκη. Παρόλα αυτά η παραπάνω μορφή που πήρε η ανάπτυξη του εξηλεκτρισμού στην Ελλάδα παρότι είναι λογικοφανής στην ουσία ήταν εξαιρετικά στρεβλή.

·        Η ΔΕΗ εκμεταλλεύτηκε τα αποθέματα λιγνίτη αναπτύσσοντας ανισσόροπα κυρίως ατμοηλεκτρικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής συγκεντρωμένες σε δύο περιοχές της Ελληνικής επικράτειας (περιοχή Πτολεμαΐδας και Μεγαλόπολης) που για δεκαετίες υφίστανται την περιβαλλοντική επιβάρυνση

·        Εξαρχής υποβαθμίστηκε αποφασιστικά η δυνατότητα εξεύρεσης άλλων πηγών ενέργειας και κατασκευής αντίστοιχων μονάδων για την ηλεκτροπαραγωγή. Διαφοροποίηση στο καύσιμο δεν υπήρξε. Η ανάπτυξη των υδροηλεκτρικών μονάδων έγινε περιορισμένα σε σχέση με τις υπάρχουσες δυνατότητες.

·        Χάριν των μεγάλων επενδύσεων σε ατμοηλεκτρικές και θερμοηλεκτρικές μονάδες άλλες μορφές ΑΠΕ όπως ηλιακή και αιολική και γεωθερμία διαθέσιμες ως τεχνολογία από τα τέλη του 1970 δεν αποτέλεσαν ποτέ προτεραιότητα. Ενώ, εξαιτίας του γεγονότος ότι η Ελλάδα θα ήταν καταρχάς καταναλωτής τέτοιων τεχνολογιών, υπήρχε δυνατότητα να αναπτυχθεί ο κλάδος παραγωγής τέτοιων συστημάτων στην Ελλάδα αυτό δεν τέθηκε ποτέ με σοβαρό τρόπο.

·        Χαρακτηριστικό θύμα αυτών των επιλογών είναι τα ελληνικά νησιά που ακόμα και σήμερα δεν καλύπτονται επαρκώς σε ηλεκτρική ενέργεια, ενώ για όσα δεν είναι διασυνδεδεμένα στο ηπειρωτικό σύστημα, ένας περεταίρω τεμαχισμός και ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ-Δ/νση Νήσων κινδυνεύει να βρει τα νησιά με πολύ ακριβό τιμολόγιο ένεκα της παραγωγής με καύσιμο το Ντήζελ.

·        Εξαρχής σκόπιμα και προκειμένου να ικανοποιούνται με εξαγωγές οι τεχνολογικοί κολοσσοί της βόρειας Ευρώπης, καταπνίχθηκε κάθε δυνατότητα ΔΕΗ να αναπτύξει ένα παράπλευρο δίκτυο θυγατρικών, οι οποίες θα τις παρείχαν ακόμα και για τα θερμοηλεκτρικά, ή τα ατμοηλεκτρικά εργοστάσια, το σύστημα μεταφοράς ή το δίκτυο διανομής ηλεκτρομηχανολογικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό που θα μπορούσε να κατασκευάζεται ολοκληρωτικά ή να συναρμολογείται στην Ελλάδα προκειμένου οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής να είναι πολύ λιγότερο εξαρτημένες από ότι είναι σήμερα από τα διάφορα «μυστικά» των τεχνολογιών της Siemens, AEG, ABBκαι πολλών άλλων.

Η ΔΕΗ αποτέλεσε διαχρονικά μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις με πανελλαδική εκτατική ανάπτυξη, η οποία σύμφωνα με στοιχεία του 2009 απασχολεί περί τους 22.000 εργαζόμενους και έχει ετήσιο κύκλο εργασιών περίπου 6 δις Ευρώ. Η σημερινή χρηματιστηριακή αξία της ΔΕΗ είναι  περίπου 1 δις Ευρώ. Ωστόσο η πραγματική της αξία είναι πολλαπλάσια και δύσκολο να υπολογιστεί με ακρίβεια. Βάσει των δημοσιευμένων στον ιστοχώρο της επιχείρησης στοιχείων, μέτοχοι της ΔΕΗ είναι το Ελληνικό Δημόσιο κατά 51,12%, το ταμείο των εργαζόμενων σε αυτή κατά 3,81% (σε αυτό το θέμα υπάρχει ανοικτό θέμα με τους εργαζόμενους να διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο δεδομένου ότι παρείχαν για δεκαετίες το ασφαλιστικό αποθεματικό τους ως τμήμα του ενεργητικού της εταιρίας που διατέθηκε στην ανάπτυξή της) ενώ στο ευρύ επενδυτικό κοινό και σε στρατηγικούς επενδυτές με μετοχές που διαπραγματεύονται στο ΧΑΑ και στο χρηματιστήριο του Λονδίνου ανήκει το 45,07 %.

Μετά το έτος 2000, σταδιακά οι προτεραιότητες άλλαξαν και η ΔΕΗ πήρε το δρόμο του αποκρουστικού δόγματος της απελευθέρωσης. Μετατράπηκε σε ΑΕ με μετοχές που διαπραγματεύονται στο χρηματιστήριο, τεμαχίστηκε έτσι ώστε σήμερα μόνο η παραγωγή των παλαιών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής της ΔΕΗ να είναι στα χέρια της ΔΕΗ, ενώ νέες εταιρίες με τη μορφή ΑΕ (για την ώρα θυγατρικές με το 100% των μετοχών να ανήκουν στη ΔΕΗ) έχουν αναλάβει την υποδομή και διαχείριση του συστήματος μεταφοράς (ΑΔΜΗΕ ΑΕ), των αγοροπωλησιών (ΛΑΓΗΕ ΑΕ) και την υποδομή και διαχείριση του δικτύου διανομής (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ). Ο διαμελισμός της ΔΕΗ παρότι ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί με την πώληση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών σε ιδιώτες, έγινε ακριβώς για να παραδοθεί το σύνολο της περιουσίας αυτής και του μάνατζμεντ στα ιδιωτικά συμφέρονται που λυμαίνονται τον κλάδο. Να μπορεί πλέον να επιβάλλεται η εκτέλεση οποιουδήποτε έργου δικτύου, όσο αντιοικονομικό, ανορθολογικό και περιβαλλοντικά καταστροφικό κι αν είναι, εφόσον το απαιτούν οι «παράγοντες της αγοράς». Οι εργαζόμενοι κι ο ελληνικός λαός δεν δικαιούνται βέβαια να έχουν λόγο, έχουν όμως την υποχρέωση να χρηματοδοτούν τα υπέρογκα κόστη τέτοιων «έργων». Όλες αυτές οι θυγατρικές μαζί με τους ιδιώτες παραγωγούς εποπτεύονται από την Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) στην οποία έχουν παραχωρηθεί σημαντικές νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαστικές αρμοδιότητες και η οποία λογοδοτεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (!!!). Μια Αρχή που από την αρχή απέδειξε μέσα από τα παραδείγματα της Energaκαι της Hellaspowerότι είναι διατεθειμένη να δώσει γη και ύδωρ σε κάθε αετονύχη ιδιώτη προκειμένου να κερδοσκοπεί. Μια Αρχή που φτιάχτηκε όπως σωστά επισημαίνεται σε σχετική αρθρογραφία[1] να εξασφαλίσει την κερδοσκοπία του κεφαλαίου, τη λεηλασία του λαού και της χώρας. Στο άρθρο αυτό περιλαμβάνονται αναλυτικά στοιχεία για το πώς μεθοδεύεται ο διαμελισμός και η ιδιωτικοποίηση του δημόσιου πλούτου της ΔΕΗ.

Η με όρους αποικιοκρατίας ανάπτυξη των ΑΠΕ στην Ελλάδα αφενός και αφετέρου η σύνδεση του ΕΕΤΗΔΕ με τους λογαριασμούς της ΔΕΗ από το 2011 και μετά έφερε την εταιρία σε χρηματοδοτικό κραχ. Τον Σεπτέμβρη του 2012 άρχισε να ολοκληρώνεται το ξεπούλημα της ΔΕΗ όταν το Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ) Α.Ε. κατέστη πληρεξούσιος του Ελληνικού Δημοσίου με δικαίωμα να ασκεί κατά την απόλυτη κρίση του χωρίς να λαμβάνει οδηγίες από το μέτοχο Ελληνικό Δημόσιο, τα δικαιώματα ψήφου 39.440.000 κοινών με δικαίωμα ψήφου μετοχών (ήτοι ποσοστό 17% του υφιστάμενου μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας) με στόχο να πωληθούν συγκεκριμένες σύγχρονες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής σε ιδιώτες μέσω του ΤΑΙΠΕΔ.

Ταυτόχρονα η ανάπτυξη των ΑΠΕ στην Ελλάδα παρά το ανεξάντλητο υδάτινο, αιολικό, ηλιακό και γεωθερμικό της δυναμικό συνεχίζει να γίνεται με τον πλέον στρεβλό τρόπο, χωρίς καν να είναι στραμμένο στο οικολογικό ζήτημα, πλέον απόλυτα ελεγχόμενα από τα καρτέλ της ενέργειας με μοναδικό κριτήριο την κερδοσκοπία και κυρίως χωρίς καμία διάθεση να αναπτυχθεί εγχώριος κλάδος παραγωγής ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού που θα υποστήριζε πολύ πιο αποδοτικά για την ελληνική οικονομία ως σύνολο, τέτοιες επενδύσεις.

Με βάση τα παραπάνω είναι απόλυτα εύλογο να συμβούν τα επόμενα χρόνια μια σειρά από πολύ δυσμενείς εξελίξεις στο χώρο της ενέργειας.

·        Η τιμή πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας αναμένεται να εκτιναχθεί σε επίπεδα ακόμα υψηλότερα του μέσου όρου των 27 (εξαιτίας των ΑΠΕ στην Ελλάδα) αφήνοντας χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα χιλιάδες νοικοκυριά.

·        Μεγάλα κομμάτια της ΔΕΗ ειδικά στο τομέα της παραγωγής θα δοθούν σε ιδιώτες με άμεσες συνέπειες στο εργασιακό καθεστώς χιλιάδων εργαζόμενων αλλά και στην κατάργηση κάθε κοινωνικής πολιτικής στη τιμολόγηση.

·        Τα υπόλοιπα κομμάτια της ΔΕΗ που θα παραμείνουν για στρατηγικούς λόγους στο δημόσιο θα απαξιωθούν δραστικά με επίσης άμεσες συνέπειες στο εργασιακό καθεστώς χιλιάδων εργαζόμενων.

·        Το σύστημα μεταφοράς και το δίκτυο διανομής εφόσον ιδιωτικοποιηθεί αναμένεται να καταστεί πολύ πιο αναξιόπιστο και προβληματικό στα όρια της τεχνολογικής απαξίωσης.

·        Το τι θα συμβεί στα νησιά είναι εντελώς αβέβαιο με πιο πιθανό την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας με πολύ πιο ακριβά τιμολόγια. Τα ιδιωτικά ηλεκτροπαραγωγά ζεύγη θα επανέλθουν σε λειτουργία στις μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες, οι νησιωτικές πόλεις και τα χωριά θα βρίσκονται σε αδυναμία να πληρώσουν υπέρογκους λογαριασμούς.

·        Η ανάπτυξη των ΑΠΕ θα γίνει με εντελώς στρεβλό τρόπο επιβαρύνοντας εκτός από τη τσέπη μας, την ελληνική οικονομία στο σύνολό της καθώς και το ίδιο το περιβάλλον το οποίο υποτίθεται καλούνται να προστατέψουν

Είναι προφανές ότι σήμερα δεν έχουμε απλά να αντιπαλέψουμε μια πολύ κακή εξέλιξη επικεντρωμένη μονάχα στο ζήτημα της ηλεκτρικής ενέργειας. Ούτε έχουμε να αντιμετωπίσουμε απλά ένα νεοφιλελεύθερο δόγμα που πάει να επικρατήσει στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας αλλά μια συνολικότερη προσπάθεια ξεπεράσματος της κρίσης μέσα από την απαξίωση, το ξεπούλημα και την εξεύρεση νέων πεδίων επικερδούς καπιταλιστικής αξιοποίησης στο χώρο της ηλεκτρικής ενέργειας. Με άλλα λόγια η οριστική επικράτηση της συνθήκης κοινωνικής καταστροφής απλά θα επισφραγιστεί και από αυτές τις εξελίξεις στην ηλεκτρική ενέργεια. Είμαστε λοιπόν αναγκασμένοι να δούμε το θέμα στην ολότητα ενός σχεδίου πολιτικής ανατροπής και ενός προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Έτσι κάθε προσπάθεια συγκρότησης ενός τέτοιου προγράμματος οφείλει είτε στο μέρος που επικεντρώνει στα άμεσα ζητήματα επιβίωσης, είτε στα μεσοπρόθεσμα που θα καθορίσουν τους όρους της μετάβασης, είτε στα πιο στρατηγικά να χαρακτηρίζεται από κάποιες γενικές αρχές.

Για εμάς λοιπόν:

·        Η ηλεκτρική ενέργεια οφείλει να είναι κοινωνικό αγαθό, πρέπει με κρατική μέριμνα να παρέχεται απρόσκοπτα σε όλους τους πολίτες σε χαμηλό κόστος με πρώτο μέλημα την κάλυψη των βασικών αναγκών διαβίωσης. Σήμερα το εργατικό και λαϊκό κίνημα πρέπει να διεκδικήσει την επανακατοχύρωσή της ως δημόσιου κοινωνικού αγαθού.

·        Η λειτουργία, η συντήρηση και η περαιτέρω ανάπτυξη του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας  είναι υποχρέωση του κράτους και μιας δημόσιας επιχείρησης ηλεκτρισμού που θα λειτουργεί με κοινωνικό και εργατικό έλεγχο.

·        Η τιμολόγηση και ο στρατηγικός σχεδιασμός για την αναπροσαρμογή των προτεραιοτήτων ανάπτυξης του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας είναι υπόθεση που υπόκειται σε κοινωνικό έλεγχο.

·        Η παροχή ηλεκτρικής ενέργειας προς τη βιομηχανία και τους μεγάλους καταναλωτές σε λελογισμένο κόστος μπορεί να υποστηρίξει το σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης σε σοσιαλιστική κατεύθυνση, αν συνδυαστεί με συγκεκριμένες πολιτικές άσκησης πίεσης προς το κεφάλαιο.

·        Οι υφιστάμενες πάγιες επενδύσεις σε εξοπλισμό, καθώς και όλα τα ορυκτά καύσιμα, το υδάτινο, ηλιακό, γεωθερμικό και αιολικό δυναμικό είναι πλούτος του ελληνικού λαού και δεν μπορεί να παραχωρείται σε ιδιώτες για κερδοσκοπία.

·        Η λειτουργία του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας είναι μια σημαντική δραστηριότητα που εμπλέκει χιλιάδες εργαζόμενους σε πανελλαδική κλίμακα που πρέπει να απολαμβάνουν σύγχρονα εργασιακά δικαιώματα και απολαβές.

·        Η εκμετάλλευση φυσικών πόρων για τη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και εν γένει η παραγωγή της θα πρέπει να γίνεται με όρους και μεθόδους όσο το δυνατόν λιγότερο εις βάρος του περιβάλλοντος και των ανθρώπων που ζουν και εργάζονται κοντά στις μονάδες παραγωγής, πάντα με τη συμφωνία και ενεργή συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών.

·        Η συντήρηση και περεταίρω ανάπτυξη του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας με φιλοπεριβαλλοντικά κριτήρια μπορεί και πρέπει να δώσει ώθηση σε συγκεκριμένους κλάδους επισκευής και ανάπτυξης ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού και ηλεκτρονικών συστημάτων.

 

3.     Για μία νέα Δημόσια & Ενιαία Επιχείρηση Ηλεκτρισμού στις υπηρεσίες του λαού

Με βάση τα παραπάνω προκύπτει το ερώτημα στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας ποια θα ήταν τα πρώτα βήματα που θα ακολουθούσε μια αριστερή κυβέρνηση υποστηριζόμενη από ένα ρωμαλέο εργατικό κίνημα και ένα παλλαϊκό ρεύμα αποφασισμένο εκτός από την ανατροπή να ξεκινήσει διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού σε σοσιαλιστική κατεύθυνση;

ΕΘΝΙΚΟΠΟΊΗΣΗ

Προφανώς το πρώτο αποφασιστικό βήμα θα ήταν η εθνικοποίηση ενός τόσο στρατηγικού κλάδου για την οικονομία αλλά και για την ίδια τη κοινωνία. Από πού περνά μια τέτοια διαδικασία;

·        Ο έλεγχος της διοίκησης της ΔΕΗ και των θυγατρικών της είναι προφανές ότι είναι απαραίτητο βήμα, φαίνεται κάτι απλοϊκό στα μέτρα των αλλαγών διοικήσεων που έχουν γίνει κατά καιρούς, ωστόσο εκτιμούμε ότι σε συνθήκες σύγκρουσης και ανατροπής θα είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο. Ο έλεγχος της διοίκησης της ΔΕΗ θα προϋποθέτει τον πραγματικό έλεγχο της λειτουργίας του συστήματος από το ίδιο το εργατικό κίνημα και τη λαϊκή συμμαχία που θα υποστηρίζει αυτή την κατεύθυνση, την εξασφάλιση ότι κανένας άλλος μηχανισμός της αντίδρασης δεν θα έχει δυνατότητα να σαμποτάρει τη παραγωγή, τη μεταφορά και την διανομή. Δηλαδή ουσιαστικό εργατικό έλεγχο στις μονάδες παραγωγής, στους υποσταθμούς υψηλής τάσης και του Κέντρου Διαχείρισης Φορτίου στον Άγιο Στέφανο που για ένα διάστημα μπορεί να προϋποθέτει και από απλή υποστήριξη της λειτουργίας ως και διαδικασίες φρουράς από λαϊκές πολιτοφυλακές κλπ. Ειδικά οι Υποσταθμοί Υψηλής Τάσης (20/150 kV) και τα Κέντρα Υπερύψηλης Τάσης (150/400 kV) επειδή είναι υπαίθριες εγκαταστάσεις μεγάλης έκτασης και ταυτόχρονα αποτελούν το πιο νευραλγικό σημείο του συστήματος, αποτελούν στρατηγικά σημεία αντίστοιχα με τα αεροδρόμια, τα διυλιστήρια, τον ισθμό της Κορίνθου κλπ, και πρέπει να μπορούν να προστατευθούν από κάθε λογής δολιοφθορά.

·        Η μετοχή της ΔΕΗ παύει να διαπραγματεύεται στο Χρηματιστήριο. Η διαδικασία τεμαχισμού και ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ σταματά.  Η Παραγωγή, Μεταφορά και Διανομή της Ηλεκτρικής Ενέργειας ενώνεται ξανά κάτω από μία δημόσια επιχείρηση και εθνικοποιείται (χωρίς αποζημίωση για όσους ιδιώτες κατέχουν μετοχές). Η χωρίς αποζημίωση επανένωση και εθνικοποίηση της ΔΕΗ είναι απολύτως δικαιολογημένη αν θεωρήσουμε ότι το σύνολο των επενδύσεων που την απαρτίζουν χτίστηκαν από το υστέρημα του ελληνικού λαού. Όλες οι ιδιωτικές επιχειρήσεις που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της λειτουργίας της και δρουν υπεργολαβικά αποκλειστικά προς τη ΔΕΗ (ορυχεία, συντήρηση συστήματος μεταφοράς και δικτύου διανομής) εθνικοποιούνται χωρίς αποζημίωση και εντάσσονται στη ΔΕΗ. Το ίδιο ισχύει και για τους εργαζόμενους σε αυτές οι οποίοι εντάσσονται στο οργανόγραμμα της νέας ΔΕΗ.

Σημείωση: Είναι προφανές ότι διαδικασίες εθνικοποιήσεων και μάλιστα εθνικοποιήσεων χωρίς αποζημίωση δεν είναι απλές διαδικασίες που θα συμβούν με την έκδοση ενός νόμου ή διατάγματος. Είναι διαδικασίες που απαιτούν τη λαϊκή συμμετοχή και στήριξη, οριακά απαιτούν μια νέα συντακτική εθνοσυνέλευση, ενώ ταυτόχρονα απαιτούν τεράστια επιμονή και αντοχή αφού αντικειμενικά θα φέρουν σε ρήξη τη χώρα με το σύνολο του «κεκτημένου της ΕΕ», με το τραπεζικό σύστημα, τους θεσμικούς επενδυτές με τον ιμπεριαλισμό εν γένει αλλά και μικρομεσαίους ή και μικρούς επενδυτές (βλέπε αγρότες και Φωτοβολταϊκά, ή νοικοκυριά που επένδυσαν σε οικιακά Φωτοβολταϊκά). Σίγουρα το θέμα «Εθνικοποίηση χωρίς αποζημίωση» αποτελεί αυτοτελές ζήτημα που υπερβαίνει το θέμα της ηλεκτρικής ενέργειας και επεκτείνεται σε όλες τις στρατηγικού χαρακτήρα επιχειρήσεις - τομείς, το οποίο πρέπει να αναλυθεί εκτενώς και να συζητηθεί στους κόλπους της αριστεράς περισσότερο από όσο το έχουμε διατυπώσει σαν κεντρική διακήρυξη.

·        Καταργείται το σύνολο του ρυθμιστικού πλαισίου για την Απελευθέρωση της Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας. Καταργείται η ΡΑΕ και το εξειδικευμένο εργατικό της δυναμικό συγκροτεί εφόσον το επιθυμεί τις μονάδες στρατηγικού σχεδιασμού της ΔΕΗ και οι εταιρίες ΑΔΜΗΕ, ΛΑΓΗΕ, ΔΕΔΔΗΕ συγχωνεύονται στη ΔΕΗ. Ανακαλούνται όλες οι άδειες πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που έχουν δοθεί σε εταιρίες εμπορίας ηλεκτρικής ενέργειας.

·        Σταματά η επέκταση των ΑΠΕ μέσω ιδιωτών επενδυτών όπως σχεδιάστηκε στα πλαίσια της απελευθέρωσης της ηλεκτρικής ενέργειας. Καταργούνται μονομερώς συμφωνίες για προγράμματα μεγάλης κλίμακας (βλέπε πρόγραμμα ΗΛΙΟΣ). Παύουν να εκδίδονται σε ιδιώτες νέες άδειες σε ιδιώτες για ΑΠΕ (Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας) και ΣΗΘΥΑ (Συμπαραγωγή Ηλεκτρισμού & Θερμότητας Υψηλής Αποδοτικότητας). Οι ιδιοκτήτες Μονάδων Παραγωγής από ΑΠΕ και ΣΥΘΥΑ οι οποίες βρίσκονται ήδη σε λειτουργία καλούνται σε αναδιαπραγμάτευση της τιμής πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας σε επίπεδα κοντά στην μέση τιμή πώλησης της κιλοβατώρας από τη ΔΕΗ (όπως θα διαμορφωθεί από τα νέα τιμολόγια – βλέπε παρακάτω) και στην αποδοχή των επαναθεμελιωμένων εργασιακών σχέσεων στους υπαλλήλους τους. Σε περίπτωση μη συμφωνίας εθνικοποιούνται χωρίς αποζημίωση και εντάσσονται στην παραγωγική βάση της ΔΕΗ. Ομοίως και για τα υφιστάμενα οικιακά φωτοβολταϊκά.

·        Μαζί με την εθνικοποίηση της ΔΕΗ ρυθμίζεται οριστικά το θέμα του ασφαλιστικού των εργαζόμενων στη ΔΕΗ με δίκαια λύση υπέρ των εργαζόμενων στα πλαίσια όμως της συνολικής επίλυσης του ασφαλιστικού για όλους τους εργαζόμενους.

ΤΙΜΟΛΟΓΗΣΗ

Το επόμενο βήμα που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί σχετικά άμεσα είναι το ζήτημα της τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας.  Όπως προαναφέρθηκε, το οριακό κόστος της λιγνιτικής παραγωγής είναι σχετικά χαμηλό. Το ίδιο και τα τιμολόγιά της ΔΕΗ σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η ΔΕΗ ήταν για δεκαετίες μια εντελώς βιώσιμη επιχείρηση που μπορούσε ταυτόχρονα να αναπτύσσει το δίκτυο, να το εκσυγχρονίζει, να πληρώνει σχετικά καλούς μισθούς και οι εργαζόμενοί της να απολαμβάνουν καλύτερες από τον μέσο όρο εργασιακές σχέσεις. Μετά το 2007 οι κερδοσκοπικές τάσεις που επέφερε η εν μέρει ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ σε συνδυασμό με την με εντελώς αποικιοκρατικούς όρους υλοποίηση του προγράμματος εισαγωγής των ΑΠΕ έχει επιφέρει σημαντικές αυξήσεις στη τιμή πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας. Η ανατροπή αυτής της συνθήκης, με την σε πρώτη φάση διατήρηση της πρωτοκαθεδρίας στο ενεργειακό μίγμα του λιγνίτη ως πρώτη καύσιμη ύλη, μπορεί να θα επιτρέψει την μείωση των τιμολογίων της ΔΕΗ.

Εξευτελιστικοί διακανονισμοί προς τους μεγάλους καταναλωτές θα σταματήσουν υπό την απειλή της εθνικοποίησης των επιχειρήσεών τους χωρίς αποζημίωση. Αυτό θα αφήσει περιθώριο για ακόμα μεγαλύτερη μείωση στα τιμολόγια και κοινωνικές πολιτικές για ανέργους, χαμηλόμισθους κλπ. Η χρέωση στα οικιακά και εμπορικά τιμολόγια θα πρέπει να είναι κλιμακούμενη όπως αντίστοιχα γίνεται και με τη φορολογία.

Οι λογαριασμοί της ΔΕΗ θα πάψουν να φορτώνονται με άλλους φόρους και τέλη που απευθύνονται με εκβιαστικούς όρους στην μεγάλη μάζα των χαμηλών και μεσαίων στρωμάτων. Καμία διακοπή ρεύματος δεν θα γίνεται σε σπίτια ανέργων και γενικά οικογενειών με πενιχρά εισοδήματα. Προκειμένου ωστόσο να διατηρηθεί η ικανότητα της ΔΕΗ να εισπράττει λογαριασμούς ενός δίκαιου και κλιμακούμενου τιμολογίου με κοινωνικά κριτήρια, επιβάλλεται η θέσπιση εγγυημένων ελάχιστων κιλοβατωρών το μήνα για τις οποίες δεν θα κόβεται το ρεύμα, ανά οικογένεια με βάση τα πόσα μέλη έχει και ανά ηλικιακή κατηγορία και προφανώς με κριτήριο το αν υπάρχουν προβλήματα υγείας.

Ως προς τη βιομηχανία και τους μεγάλους καταναλωτές θα πρέπει να εξασφαλιστεί λελογισμένη τιμή της kWh για την βιομηχανία. Η παράμετρος αυτή αξίζει να ειδωθεί στα πλαίσια του σχεδιασμού του προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης για το σύνολο της παραγωγής. Χαμηλότερες τιμές ρεύματος θα μπορούν να απολαμβάνουν σίγουρα οι δημόσιες επιχειρήσεις ή οι επιχειρήσεις που έχουν τεθεί κάτω από εργατικό έλεγχο. Το τιμολόγιο πώλησης του ηλεκτρικού ρεύματος μιας και αποτελεί βασική παράμετρο κόστους στη παραγωγή μπορεί να αξιοποιηθεί ως μοχλός για την ανάπτυξη σε νέα βάση υπέρ του συμφέροντος των εργαζόμενων. Έτσι πχ επιχειρήσεις που θα δεχτούν να υιοθετήσουν τις νέες δίκαιες εργασιακές σχέσεις και μισθούς για τους υπαλλήλους τους που θα επαναθεμελιωθούν μετά τη πολιτική ανατροπή, θα μπορούν ενδεχομένως να αποκτούν συγκριτικό πλεονέκτημα από φθηνότερο ηλεκτρικό ρεύμα έναντι άλλων που θα επιμένουν στη λογική καταπάτησης των εργατικών δικαιωμάτων.  

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟ

Όμως όπως ο σοσιαλισμός δεν είναι καπιταλισμός χωρίς καπιταλιστές, έτσι και η διαδικασία της εθνικοποίησης (ή καλύτερα μιας εθνικοποίησης που μπορεί ουσιαστικά να συμβάλει στο στόχο του σοσιαλιστικού κοινωνικού μετασχηματισμού) δεν σταματά με το σταμάτημα του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας, με την τυπική αλλαγή των χεριών ιδιοκτησίας από τους ιδιώτες στο κράτος, με τον έλεγχο της διοίκησης και της λειτουργίας του ηλεκτρικού συστήματος, με την εφαρμογή δικαιότερων εργασιακών σχέσεων και με την επιβολή ενός φιλολαϊκότερου τιμολογίου για την ενέργεια. Θα έλεγε κανείς ότι από εκείνο το σημείο ξεκινά. Από την επόμενη ημέρα. Και προφανώς είναι μια συνολικότερη διαδικασία που σταδιακά θα επιχειρήσει: 

·        να στοχεύσει σε μια άλλη αντίληψη για την εργασία και την οργάνωση της εργασίας μέσα σε μια βαριά βιομηχανία με τον συνολικό επανασχεδιασμό της παραγωγικής διαδικασίας με στόχο την άρση πολλαπλών επιπέδων διοίκησης και αναπαραγωγής ταξικών αντιθέσεων μεταξύ των εργαζόμενων,

·        να επιβάλει νέες διαδικασίες εργατικής δημοκρατίας μέσα στις παραγωγικές μονάδες σε σύγκρουση με το σημερινό φιλοκυβερνητικό και συντεχνιακό συνδικαλισμό. Θέλουμε το συνδικάτο της ΔΕΗ όπως και κάθε άλλο συνδικάτο να είναι ακόμα πιο μπροστά από την αριστερή κυβέρνηση και την εντεταλμένη της διοίκηση. Να απαιτεί, να θέτει όρους, να κάνει απεργίες και να κατεβάζει και διακόπτες όποτε κρίνει ότι οι στόχοι της κυβέρνησης παλινδρομούν προς πιο αστικού τύπου διαχείριση εις βάρος των από κάτω.

·        να θεσμοθετήσει λειτουργίες εργατικού και κοινωνικού ελέγχου όσον αφορά προτεραιότητες παραγωγής και διάθεσης της ηλεκτρικής ενέργειας και στρατηγικού ανασχεδιασμού του συστήματος.

·        να θέσει νέους όρους συνεργασίας και υπέρβασης τυπικών ορίων μεταξύ των χειρωνάκτων εργαζόμενων και των επιστημόνων που στελεχώνουν τις μονάδες και την καλλιέργεια ενιαίων δεξιοτήτων μέσα από μορφωτικές διαδικασίες και προς τις δύο κατευθύνσεις, να φτιάξει νέες σχολές υψηλού επιπέδου επιστημονικής εμβάθυνσης, έρευνας αλλά και πρακτικής κατάρτισης που θα προετοιμάζουν τους νέους εργαζόμενους στον κλάδο της ηλεκτροπαραγωγής

·        στο να κυριαρχήσει μια άλλη αντίληψη και συνείδηση των εργαζόμενων για τη διαχείριση των πόρων (χρήμα, πρώτες ύλες, ανταλλακτικά) σε καθεστώς ρήξης της χώρας με τα διεθνή ιμπεριαλιστικά κέντρα,

·        να συμβάλουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι που κατέχουν τη γνώση καλύτερα από καθένα στην ανάπτυξη νέων μονάδων που θα υποστηρίζουν την επιχείρηση με επισκευασμένα, επαναχρησιμοποιούμενα υλικά ή νέα υλικά ακόμα και υψηλής τεχνολογίας (πχ αυτοματισμοί) που σήμερα θα εισάγονταν,

·        να θέσει το εργατικό και επιστημονικό δυναμικό στο να ανοίξει γνωρίζοντας καλύτερα τις προτεραιότητες το ζήτημα των εθνικών προδιαγραφών και πιστοποιήσεων με βάση τους στόχους του προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης πέραν από τα διεθνή πρότυπα, ιδίως με έμφαση στην υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας και των κατοίκων κοντά στις μονάδες παραγωγής και τις γραμμές μεταφοράς.

 

4.     Μεσο-μακροπρόθεσμος σχεδιασμός

Η επιτυχία του προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης στο τομέα που αφορά στην ηλεκτρική ενέργεια εν πολλοίς θα εξαρτηθεί από τους πολιτικούς όρους ηγεμονίας του πολιτικού υποκειμένου που θα αναλάβει να υλοποιήσει την ανατροπή και την εφαρμογή του ίδιου του προγράμματος. Θα είναι μια διαρκής πάλη η έκβαση της οποίας υπερβαίνει τα τεκταινόμενα στο χώρο της ηλεκτρικής ενέργειας. Όμως όπως και για το καπιταλισμό η ηλεκτρική ενέργεια δεν είναι, όπως περιγράψαμε, ένα οποιοδήποτε εμπόρευμα, έτσι και για εμάς δεν είναι ένα οποιοδήποτε κοινωνικό αγαθό. Έχει σημασία στη νέα κατάσταση αφού θα έχουν εθνικοποιηθεί τα πάντα να αποφευχθεί μετά από λίγους μήνες να μην δουλεύει τίποτε με ανοικτό το ενδεχόμενο μιας παλινόρθωσης των αστικών δυνάμεων υπό το βάρος μιας συνολικής κατάρρευσης που θα υποβοηθηθεί και από τη κατάρρευση του ηλεκτρικού συστήματος. Πρέπει να δούμε λοιπόν εκτός από την εθνικοποίηση και την επανασύσταση μιας δημόσιας και ενιαίας επιχείρησης ηλεκτρισμού από πού αλλού περνά η επιτυχία αυτού του προγράμματος.

Κατά τη γνώμη μας πολύ γρήγορα και σίγουρα έχοντας μια συνολικότερη εικόνα των δεδομένων και των κάθε είδους αντιθέσεων θα πρέπει να καθοριστούν οι όροι ενός μεσο-μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Σε αυτή τη φάση παρουσιάζουμε τα λίγα πράγματα μπορούμε σήμερα να στοχαστούμε που θα προκύψουν ως προτεραιότητες:

Με βάση τα σημερινά στοιχεία, τη παρούσα στιγμή η υφιστάμενη εγκατεστημένη ισχύς της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας είναι επαρκής σε αναφορά με τη ζήτηση και αναμένεται να είναι σε μεγάλο βαθμό επαρκής για τα λίγα επόμενα χρόνια. Αυτό ισχύει εν γένει ισχύει για την ηπειρωτική Ελλάδα και την Κρήτη. Όμως για πολλά από τα νησιά δεν είναι έτσι. Υπάρχουν σημαντικότατες ελλείψεις που εφόσον ο τουρισμός αποτελεί άξονα του προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης, θα χρειαστεί άμεσα να καλυφθούν με επενδύσεις που σήμερα η οικονομική κατάσταση της ΔΕΗ δεν της επιτρέπει να προχωρήσει αλλά και τα ιδιωτικά συμφέροντα που λυμαίνονται την Δ/νση Νήσων για μπορούν να ενοικιάζουν στη ΔΕΗ ιδιωτικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής κλπ δεν την αφήνουν.

Σε γενικές γραμμές η παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας σήμερα δεν απαιτεί τεράστιες επενδύσεις στην ενέργεια όπως πχ απαίτησε στο πέρας του β’ παγκοσμίου πολέμου. Η βιωσιμότητα του προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης για την ηλεκτρική ενέργεια θα κριθεί στο κατά πόσο η υφιστάμενη υποδομή θα μπορέσει να λειτουργήσει, να συντηρηθεί και να αναπτυχθεί σε συνθήκες πίεσης από τα διεθνή ιμπεριαλιστικά κέντρα, διαφόρων τύπων εμπάργκο, απουσίας συναλλάγματος για εισαγωγές και χρηματοπιστωτικής – δημοσιονομικής στενότητας. Όσον αφορά το μέλλον, με βάση πάλι τα σημερινά στοιχεία η υφιστάμενη εγκατεστημένη ισχύς της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί υπό προϋποθέσεις να εξυπηρετήσει την κατανάλωση και σε συνθήκες αναπτυσσόμενης οικονομίας εφόσον η λειτουργία του συστήματος συνδυαστεί:

·        με δραστικά προγράμματα εξοικονόμησης ενέργειας σε όλους τους οικονομικούς τομείς σε συνδυασμό με την εμπέδωση ενός άλλου καταναλωτικού μοντέλου και πολιτιστικού προτύπου

·        σοβαρή προσπάθεια συντήρησης υφιστάμενων μονάδων ώστε αυτές να μην κλείσουν (θα χρειάζονται νέα τμήματα της ΔΕΗ που θα ασχολούνται αποκλειστικά με την συντήρηση, αποκατάσταση βλαβών, επαναχρησιμοποίηση υλικών) Ακόμα κι αν είναι να κλείσουν δύο μονάδες τα επόμενα χρόνια, να γίνει προσπάθεια να κλείσει μόνο μία παίρνοντας υλικό από τη μία για να χρησιμοποιηθεί στην άλλη.

·        στρατηγικό σχεδιασμό για ανάπτυξη νέων μονάδων, κατά προτεραιότητα ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ για απεξάρτηση από το πετρέλαιο.

Ωστόσο, παρά την επάρκεια των υποδομών οι ανάγκες λειτουργίας, συντήρησης, και περαιτέρω ανάπτυξης του ηλεκτρικού συστήματος απαιτούν ακόμα και εντός ενός ετήσιου κύκλου εργασιών, διόλου ευκαταφρόνητα κεφάλαια, τα οποία θα χρειάζονται κατά προτεραιότητα τη στήριξη του δημόσιου χρηματοπιστωτικού συστήματος και του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ), για το πρώτο διάστημα μετά τη πολιτική ανατροπή και την αλλαγή του νομίσματος. Η αποπληρωμή των δανείων της ΔΕΗ που συνάπτονται για τους παραπάνω λόγους μπορούν να αποπληρώνονται από ένα δίκαιο και κοινωνικά ισορροπημένο τιμολόγιο (βλέπε παραπάνω) ενώ μέρος των επενδύσεων μπορεί να πραγματοποιείται από το ΠΔΕ, χρήματα δηλαδή που προκύπτουν από την φορολογία.

Επίσης, οι ανάγκες λειτουργίας του ηλεκτρικού συστήματος περιλαμβάνουν την ανάγκη κατά προτεραιότητας εξασφάλισης συναλλάγματος για την εισαγωγή καυσίμων και τεχνολογικού εξοπλισμού.  Σε συνθήκες απεμπλοκής από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα είναι πρώτης προτεραιότητας ζήτημα εντός του χρονικού περιθωρίου που εξασφαλίζει ο υφιστάμενος πάγιος εξοπλισμός προτού απαξιωθεί, να έχουν υλοποιηθεί σχέδια για ανάπτυξη εγχώριων μονάδων παραγωγής που θα παρέχουν το μεγαλύτερο δυνατόν μέρος αυτού του εξοπλισμού περιορίζοντας σε βάθος χρόνου τη διαρροή συναλλάγματος και την εξάρτηση από τους διεθνείς τεχνολογικούς κολοσσούς για ένα κοινωνικό αγαθό τόσο σημαντικό όσο η ενέργεια. Όμως για ένα μέρος του εξοπλισμού που τυγχάνει να αποτελεί τον πυρήνα των μονάδων παραγωγής (πχ στρόβιλοι, γεννήτριες κτλ) και ταυτόχρονα τυγχάνει να είναι και ο ακριβότερος και πιο δυσεύρετος για να εισαχθεί από χώρες που θα μπορούσαν διακρατικά να συμβάλλουν, είναι πολύ δύσκολο να αναπτυχθεί αντίστοιχη εγχώρια βιομηχανία. Η αιτία αυτής της δυσκολίας είναι ότι είναι δύσκολο ίσως και οικονομικά λάθος να βασίσει τις ελπίδες του και να συμβάλει στην ανάπτυξη εξειδικευμένων μονάδων βαριάς βιομηχανίας που θα στηρίζουν την πολύ μικρή εγχώρια ζήτηση χωρίς τη δυνατότητα διάθεσης του μεγαλύτερου μέρους της παραγωγής σε άλλες χώρες ως εξαγωγή. Αν σε αυτό προσθέσουμε την ανάγκη σε καύσιμα (πετρέλαιο) ή και απευθείας εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος για αρκετά χρόνια ακόμα, οι ανάγκες εξασφάλισης συναλλάγματος δεν αναμένεται να εξαλείψουν εντελώς, ο στόχος όμως είναι διαρκώς να βαίνουν μειούμενες.

Για αντίστοιχους λόγους, τα επόμενα χρόνια θα είναι απαραίτητο να αναπτυχθεί περαιτέρω η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με μονάδες, οι οποίες θα αντικαταστήσουν τη παραγωγή από εισαγόμενα καύσιμα. Άρα χρειάζεται πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων για ΑΠΕ και ανάπτυξη μικρών και μεγάλων υδροηλεκτρικών, υβριδικών αιολικών δηλαδή ανεμογεννήτριες με σε συνδυασμό με υδροταμιευτήρες.  Κατάργηση του πλαισίου για την απελευθέρωση της Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας δεν σημαίνει πλήρη και οριστική κατάργηση της εισαγωγής των ΑΠΕ.  Σημαίνει εθνικοποίηση του σχεδίου, εξορθολογισμός των επενδύσεων προς όφελος του κοινωνικού συνόλου και απεμπόληση του στοιχείου της κερδοσκοπίας. Ωστόσο αξίζει να λάβουμε υπόψη ότι με τα σημερινά οικονομικά δεδομένα και την σε επάρκεια ακόμα ποσότητα λιγνίτη καμία από αυτές τις τεχνολογίες δεν κρίνεται με όρους αγοράς οικονομικά εκμεταλλεύσιμη, γι’ αυτό για την προώθηση τους δημιουργείται ένα θεσμικό πλαίσιο που αποτελείται από επιδοτήσεις στην τιμή της παραγόμενης MWh, τιμολόγηση των εκπομπών CO2 και νομικά κατοχυρωμένη διείσδυση (20%) επί της τελικής κατανάλωσης ενέργειας. Ένα σχέδιο ανάπτυξης ΑΠΕ μπορεί να προωθηθεί εφόσον εξασφαλίζεται η συναίνεση και συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, με μέριμνα ως προς την ύπαρξη αντισταθμιστικών οφελών και με απαίτηση σεβασμού στις τοπικές κοινωνικές και περιβαλλοντικές προτεραιότητες και εφόσον σημαντικό ποσοστό των μέσων παραγωγής ή τμημάτων των μέσων παραγωγής των τεχνολογιών ΑΠΕ  και εξοικονόμησης θα πραγματοποιείται σε εθνικό επίπεδο, σε αντίθεση με μια στρατηγική συγκέντρωσης τεχνολογικών μονοπωλίων από την πλευρά των ιμπεριαλιστικών κρατών εντός της ΕΕ.

Είναι προφανές ότι σε συνάφεια με τις τεχνολογικές παραμέτρους που σχετίζονται με την ανάπτυξη του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας θα πρέπει να εξετάζονται όλες οι προτεραιότητες που σχετίζονται συνολικά με το πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης σε σοσιαλιστική κατεύθυνση έτσι όπως μάλιστα αυτό θα εκτυλίσσεται σε πραγματικό χρόνο. Ποιοι κλάδοι παραγωγής, σε ποιες περιοχές, σε ποια κλίμακα, με ποιες μεθόδους παραγωγής άρα και ποιες οι αναμενόμενες κατά τόπους ανάγκες για ενέργεια κλπ. Με άλλα λόγια απαιτείται η κατάρτιση ενός δημοκρατικού με τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων πλευρών σχεδίου κεντρικού στρατηγικού σχεδιασμού για την ηλεκτρική ενέργεια που σε βάθος χρόνου (πχ 20ετίας που θα εξετάσει τις επενδύσεις που απαιτούνται για την ανανέωση του εξοπλισμού και  την υποκατάσταση των καυσίμων λιγνίτη, πετρελαίου και άλλων αερίων καυσίμων με οικονομικότερες και φιλικότερες προς το περιβάλλον λύσεις ώστε αυτό να συμβαδίζει με τις ανάγκες της παραγωγικής ανασυγκρότησης εν γένει.

Στο σχέδιο αυτό θα προσδιοριστεί η ανάγκη νέων επενδύσεων σε λιγνιτική παραγωγή και μονάδες ΑΠΕ καθώς και σε εγχώριες βιομηχανίες παραγωγής τεχνολογικού εξοπλισμού (πχ καλώδια, Φωτοβολταϊκά Πάνελ, Μετασχηματιστές, ηλεκτρονικά ισχύος, διακοπτικό υλικό ισχύος, αυτοματισμούς κ.α.) για τις ανάγκες κατασκευής νέων μονάδων και επέκτασης του συστήματος και του δικτύου. Το σχέδιο αυτό θα προσδιορίζει ποσοστό του ΠΔΕ το οποίο θα κατευθύνεται για τις ανάγκες εκσυγχρονισμού και ανανέωσης της υποδομής.

Στο ίδιο πλαίσιο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί και το ερώτημα αν την Ελλάδα τη συμφέρει και ποιο σχέδιο πρέπει να ακολουθήσει για να προσανατολιστεί στην εξαγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με όρους ρήξης με την υφιστάμενη ευρωπαϊκή πολιτική και τα ευρωπαϊκά καρτέλ των μονοπωλίων που επιβάλλουν όρους απελευθέρωσης και εμπορευματοποίησης, εξαγωγές με τους δικούς της όρους, εκμεταλλευόμενη με ισορροπημένο τρόπο ως προς το περιβάλλον και τους κατοίκους το υδάτινο, ηλιακό και αιολικό της δυναμικό προς όφελος πάντα του συνόλου και όχι προς κερδοσκοπικούς σκοπούς. Εξαγωγές πιθανώς και υπό την μορφή ανταλλαγής στα πλαίσια διακρατικών συμφωνιών ή ακόμα και εξαγωγές για την αλληλεγγύη προς άλλους εθνικούς κοινωνικούς σχηματισμούς που θα βρεθούν σε αντίστοιχη με την εδώ συνθήκη ανατροπής και σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.

Στο ίδιο πλαίσιο του στρατηγικού σχεδιασμού υλοποιώντας αντίστοιχες επενδύσεις αλλά και περιορισμούς θα πρέπει να ειδωθεί το ζήτημα της εξοικονόμησης της ενέργειας σε συνδυασμό με την εμπέδωση ενός άλλου καταναλωτικού μοντέλου και πολιτιστικού προτύπου. Θα χρειαστεί αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος στη κατεύθυνση του βιοκλιματικού σχεδιασμού και λιγότερα κλιματιστικά και κατανάλωση ρεύματος και πετρελαίου για θέρμανση, περιορισμός της σπατάλης στο φωτισμό, δράσεις που θα επιφέρουν περιορισμό της κατανάλωσης στους μεγάλους καταναλωτές είναι πράγματα που θα πετύχουν ταυτόχρονα α) τον περιορισμό της ζήτησης άρα και των αναγκών σε νέες επενδύσεις, β) τον περιορισμό των εισαγωγών άρα και την εξοικονόμηση συναλλάγματος και γ) τη προστασία του περιβάλλοντος.

Η προστασία του περιβάλλοντος δεν μπορεί να είναι υπόθεση της αγοράς για να κερδοσκοπούν διάφοροι και να αποτιμάται η επίπτωση με όρους εξωτερικού κόστους. Η λογική του «όποιος ρυπαίνει πληρώνει» εγκαταλείπεται. Πρέπει να δούμε ποιος ρυπαίνει, αν υπάρχουν τεχνικές λύσεις για να μην ρυπαίνει, τι μπορεί να κάνει για να ρυπαίνει λιγότερο. Το ίδιο ισχύει για τη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ενταγμένη σε ένα στρατηγικό σχέδιο. Η Ελλάδα θα εξέλθει του πρωτοκόλλου του Κιότο εφαρμόζοντας ταυτόχρονα ένα νέο εθνικό σχέδιο περιορισμού των ρύπων και αναμορφώνοντας το πλαίσιο της περιβαλλοντικής προστασίας απαγκιστρώνοντας το από κάθε αγοραία και διαχειριστική αντίληψη. Η διαδικασία παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη που αποτελεί και τη βάση παραγωγής στη χώρα μας αποτελεί ταυτόχρονα πηγή παραγωγής χαμηλού κόστους αλλά ταυτόχρονα μεγάλης περιβαλλοντικής επιβάρυνσης συγκεκριμένων περιοχών προς όφελος του συνόλου.

Τέλος αν και δεν αποτελεί ζήτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε εξαντλητικά σήμερα, η γνώμη μας είναι ότι η Ελλάδα για λόγους προστασίας της Δημόσιας Υγείας, εθνικής κυριαρχίας και μη εξάρτησης από το ιμπεριαλιστικό καρτέλ των πυρηνικών δεν προτίθεται να αναπτύξει πρόγραμμα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνικά.

 

Αθήνα 20-12-2013

Τάσος Βασιλειάδης

Μέλος Πυρήνα Τεχνικών Αθήνας

ΑΡιστερής ΑΝασύθνθεσης



[1] «Τεμαχίζουν και χαρίζουν τη ΔΕΗ», των Φλ.  Παπαδέδε και Σπ.Κοντομάρη, εφημερίδα ΠΡΙΝ 7/2011